διάγλυπτος

διά-γλυπτος, ον,
A divided, of a quill-pen, AP6.227 (Crin.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάγλυπτος — η, ο (Α διάγλυπτος, ον) [διαγλύφω] 1. αυτός που φέρει γλυφές, διακοσμητικά σκαλίσματα 2. το ουδ. ως ουσ. το διάγλυπτον το κοσμημένο με πολλές γλυφές …   Dictionary of Greek

  • διάγλυπτον — διάγλυπτος divided masc/fem acc sg διάγλυπτος divided neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.